ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
«ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ»
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
(όπως δημοσιεύεται στο «Μαρξ Ένγκελς - Διαλεχτά Έργα» τόμος Ι, σελ 422-427)
Εξετάζω το σύστημα της αστικής οικονομίας στην ακόλουθη σειρά: Κεφάλαιο, γαιοχτησία, μισθωτή εργασία, κράτος, εξωτερικό εμπόριο, παγκόσμια αγορά . Στα πρώτα τρία μέρη εξετάζω τους οικονομικούς ορούς ζωής των τριών μεγάλων τάξεων στις οποίες διασπάται ή σύγχρονη αστική κοινωνία. Ή σχέση ανάμεσα στα τρία υπόλοιπα μέρη είναι ολοφάνερη. Το πρώτο μέρος του πρώτου βιβλίου, πού πραγματεύεται το κεφάλαιο, αποτελείται από τα παρακάτω κεφάλαια: 1) Το εμπόρευμα. 2) Το χρήμα η ή απλή κυκλοφορία. 3) Το κεφάλαιο γενικά. Τα πρώτα δυο κεφάλαια αποτελούν το περιεχόμενο τούτου του τόμου. Το συνολικό ολικό το έχω μπροστά μου με τη μορφή μονογραφιών πού γράφτηκαν σε περιόδους πού χωρίζονται ή μια από την άλλη με μεγάλα διαστήματα όχι για να τυπωθούν αλλά για να ξεκαθαρίσω εγώ ο ίδιος τα ζητήματα, μονογραφίες πού ή συνενωτική τους επεξεργασία σύμφωνα με το παραπάνω σχέδιο θα εξαρτηθεί από εξωτερικά περιστατικά.
Μια γενική εισαγωγή, πού την έγραψα στα πεταχτά, την παραλείπω γιατί ύστερα από προσεχτικότερη σκέψη μου φαίνεται ότι κάθε προκαταρκτική παράθεση συμπερασμάτων, πού θα έπρεπε προηγούμενα να αποδειχθούν, θα επιδρούσε ενοχλητικά, και ο αναγνώστης πού γενικά θέλει να με παρακολουθήσει, θα πρέπει να το πάρει απόφαση ότι θα ανεβαίνει από το μερικό στο γενικό. Αντίθετα μου φαίνεται πώς Έχουν εδώ τη θέση τους μερικοί υπαινιγμοί για την πορεία των δικών μου πολιτικοοικονομικών μελετών.
Οι ειδικές σπουδές πού έκανα ήταν τα νομικά, πού τα σπούδασα όμως σα δευτερεύουσα επιστήμη πλάι στη φιλοσοφία και την ιστορία, Το 1842-43, σα συντάχτης της «Εφημερίδας του Ρήνου» βρέθηκα για πρώτη φορά στη δύσκολη θέση να μιλήσω για τα λεγόμενα υλικά συμφέροντα. Οι συζητήσεις στο Λάνταγκ (βουλή) της Ρηνανίας για τις κλεψιές της ξυλείας και για το κομμάτιασμα της γαιοχτησίας, ή επίσημη πολεμική πού άρχισε ο κύριος φον Σάπερ, πού ήταν τότε πρώτος πρόεδρος της επαρχίας του Ρήνου, με την «Εφημερίδα του Ρήνου» για την κατάσταση των αγροτών του Μοζέλ, οι συζητήσεις τέλος για το ελεύθερο εμπόριο και τους προστατευτικούς δασμούς, αποτέλεσαν τις πρώτες αφορμές για ν' ασχοληθώ με τα οικονομικά προβλήματα. 'Άπ' την άλλη μεριά την εποχή εκείνη, όταν ή καλή θέληση «να πάμε μπρος» ξεπερνούσε πολλές φορές τις γνώσεις των πραγμάτων, διαφαίνονταν στην «Εφημερίδα του Ρήνου» ένας αδύνατος, φιλοσοφικά χρωματισμένος αντίλαλος του γαλλικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Τάχθηκα ενάντια σ' αυτό τον ερασιτεχνισμό, ταυτόχρονα όμως σε μια λογομαχία με τη «Γενική Εφημερίδα του ΄Αουγκσμπουργκ» ομολόγησα ορθά κοφτά ότι ως τα τότε μελέτες μου δε μου επέτρεπαν να αποτολμήσω ο ίδιος να εκφράσω κάποια γνώμη για το περιεχόμενο των γαλλικών κατευθύνσεων. Έτσι άδραξα πια πρόθυμα την αυταπάτη των εκδοτών της «Εφημερίδας του Ρήνου» πού νόμιζαν ότι με μια πιο χαλαρή στάση της εφημερίδας θα ανακαλούσαν την εκδομένη θανατική της καταδίκη για να αποτραβηχτώ από τη δημόσια σκηνή ατό δωμάτιο των μελετών.
Η πρώτη εργασία πού έκανά για τη λύση των αμφιβολιών πού με κατέτρωγαν ήταν μια κριτική αναθεώρηση της φιλοσοφίας του δικαίου του Χέγκελ, μια εργασία, πού ή εισαγωγή της δημοσιεύθηκε στα «Γερμανογαλλικά Χρονικά» πού εκδόθηκαν το 1844 στο Παρίσι. Η έρευνά μου κατάληξε στο συμπέρασμα ότι τόσο οι νομικές σχέσεις όσο και οι κρατικές μορφές δε μπορούν να κατανοηθούν ούτε άπ' αυτές τις ίδιες ούτε από τη λεγόμενη γενική εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος, αλλά ότι αντίθετα είναι ριζωμένες μέσα στις υλικές συνθήκες ζωής, πού στο σύνολο τους ο Χέγκελ τις συνοψίζει, σύμφωνα με τη μέθοδο των άγγλων και των γάλλων του 18ου αιώνα, με την ονομασία «αστική κοινωνία», ότι λοιπόν ή ανατομία της αστικής κοινωνίας πρέπει να αναζητηθεί στην πολιτική οικονομία. Την εξερεύνηση τους, πού την άρχισα ατό Παρίσι, τη συνέχισα στις Βρυξέλλες, οπού μετανάστευσα εξαιτίας μιας διαταγής για απέλαση μου του κυρίου Γκιζό. Το γενικό συμπέρασμα στο οποίο κατάληξα, και πού όταν πια το είχα αποχτήσει, χρησίμευε σαν οδηγός στις μελέτες μου, μπορεί να διατυπωθεί σύντομα ως έξης: Στην κοινωνική παραγωγή της ζωής τους, οι άνθρωποι έρχονται σε καθορισμένες, αναγκαίες, ανεξάρτητες από τη θέληση τους σχέσεις, σε παραγωγικές σχέσεις πού αντιστοιχούν σε μια ορισμένη βαθμίδα ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών τους δυνάμεων. Το σύνολο αυτών των παραγωγικών σχέσεων αποτελεί την οικονομική διάθρωση της κοινωνίας, την πραγματική βάση, πού πάνω της υψώνεται ένα νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα και στην οποία αντιστοιχούν ορισμένες μορφές κοινωνικής συνείδησης. Ό τρόπος παραγωγής της ολικής ζωής καθορίζει την κοινωνική, πολιτική και πνευματική πορεία (προτσές) της ζωής γενικά. Δεν είναι ή συνείδηση των ανθρώπων πού καθορίζει το είναι τους, μα αντίθετα το κοινωνικό είναι τους καθορίζει τη συνείδηση τους. Σε μια ορισμένη βαθμίδα της εξέλιξης τους, ο: ολικές παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας έρχονται σε αντίφαση με τις υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή—πράγμα πού αποτελεί μονάχα τη νομική γι' αυτό έκφραση—με τις σχέσεις ιδιοχτησίας, μέσα στις οποίες είχαν κινηθεί ως τώρα. 'Από μορφές ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σε δεσμά τους. Τότε έρχεται μια εποχή κοινωνικής επανάστασης. Με την αλλαγή της οικονομικής βάσης ανατρέπεται, αργότερα η γοργότερα, ολόκληρο το τεράστιο εποικοδόμημα. Όταν εξετάζουμε τέτοιες ανατροπές, πρέπει να κάνουμε πάντα τη διάκριση ανάμεσα στην ολική ανατροπή στους οικονομικούς όρους της παραγωγής, πού μπορούμε να τους διαπιστώσουμε με ακρίβεια φασικών επιστημών, και στις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές, κοντολογίς τις Ιδεολογικές, μορφές, μέσα στις οποίες οι άνθρωποι συνειδητοποιούν αυτή την σύγκρουση και παλεύουν ως τη λύση της. "Όσο λίγο μπορούμε να κρίνουμε ένα άτομο από τη γνώμη πού έχει το ίδιο για τον εαυτό του, άλλο τόσο μπορούμε να κρίνουμε μια τέτοια εποχή ανατροπής από τη συνείδηση της, μάλλον πρέπει να εξηγήσουμε τη συνείδηση αυτή άπ' τις αντιφάσεις της ολικής ζωής, απ' τη σύγκρουση πού υπάρχει ανάμεσα στις κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις και στις παραγωγικές σχέσεις. "Ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, πού μπορεί να χωρέσει, και νέες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται, προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξης τους μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας. Γι' αυτό ή ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα πού μπορεί να λύσει, γιατί με μια προσεχτικότερη εξέταση γίνεται πάντα φανερό, ότι το ίδιο το καθήκον ξεπηδάει μόνο τότε, όταν οι ολικοί οροί για τη λύση του υπάρχουν κιόλας η τουλάχιστο βρίσκονται στην πορεία του γίγνεσθαι. Σε γενικές γραμμές μπορούν, ο ασιατικός, ο αρχαίος, ο φεουδαρχικός και ο σύγχρονος αστικός τρόπος παραγωγής να χαρακτηρισθούν σαν προοδευτικές εποχές του οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι αστικές παραγωγικές σχέσεις είναι ή τελευταία ανταγωνιστική μορφή του κοινωνικού προτσές της παραγωγής, ανταγωνιστική όχι με την έννοια του ατομικού ανταγωνισμού, αλλά ενός ανταγωνισμό» πού ξεπηδά από τους κοινωνικούς ορούς ζωής των ατόμων, οι παραγωγικές δυνάμεις όμως πού αναπτύσσονται στους κόλπους της αστικής κοινωνίας δημιουργούν ταυτόχρονα τους ολικούς ορούς για τη λύση αυτού του ανταγωνισμού. Μαζί μ' αυτό τον κοινωνικό σχηματισμό κλείνει επομένως ή προϊστορία της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ό Φρίντριχ "Ενγκελς, με τον οποίο βρισκόμουνα σε διαρκή γραφτή ανταλλαγή ιδεών από τότε πού δημοσιεύτηκε το μεγαλοφυές του σχεδιάγραμμα για την κριτική των οικονομικών κατηγοριών (στα «Γερμανόγαλλικά Χρονικά») έφτασε, από άλλο δρόμο (σύγκρινε το έργο του «Η κατάσταση των εργαζομένων τάξεων στην Αγγλία»), στο ίδιο συμπέρασμα με μένα, και όταν την άνοιξη του 1845 είχε εγκατασταθεί επίσης στις Βρυξέλλες, αποφασίσαμε να επεξεργαστούμε από κοινού την αντίθεση της
άποψης μας προς την Ιδεολογική άποψη της γερμανικές φιλοσοφίας και να ξεκαθαρίσουμε πραγματικά τους λογαριασμούς μας με την προηγούμενη φιλοσοφική μας συνείδηση. Ή πρόθεση μας αυτή πραγματοποιήθηκε με τη μορφή μιας κριτικής της μεταχεγκελιανής φιλοσοφίας, το χειρόγραφο, δυο χονδροί τόμοι σε όγδοο σχήμα, είχε από καιρό φτάσει στη Βεστφαλία, στον τόπο της έκδοσης του, όταν μας ήρθε ή είδηση ότι οι συνθήκες πού άλλαξαν δεν επέτρεπαν την εκτύπωση. Εγκαταλείψαμε το χειρόγραφο στην τρωκτική κριτική των ποντικών, τόσο πιο πρόθυμα, όσο είχαμε πετύχει τον κύριο σκοπό μας να ξεκαθαρίσουμε εμείς οι ίδιοι τα ζητήματα. Από τις σκόρπιες εργασίες, με τις όποιες παρουσιάζαμε προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση τις απόψεις μας στο κοινό, αναφέρω μονάχα τα «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» πού το γράψαμε μαζί ο Ένγκελς και εγώ και μια «Διάλεξη για το ελεύθερο εμπόριο». Τα αποφασιστικά σημεία των απόψεων μας εκτέθηκαν για πρώτη φορά επιστημονικά, αν και μόνο με τη μορφή πολεμικής , στα σύγγραμμα μου: «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» πού εκδόθηκε το 1847 και πού κατευθυνόταν ενάντια στον Προυντόν. Μια γερμανικά γραμμένη πραγματεία για τη «Μισθωτή εργασία», όπου συμπεριέλαβα τις διαλέξεις μου πού έκανα πάνω σ' αυτό το θέμα στο γερμανικό εργατικό σύλλογο των Βρυξελλών, διακόπηκε στην εκτύπωση της από την επανάσταση του Φλεβάρη και από τη βίαιη απομάκρυνση μου από το Βέλγιο, πού είχε γίνει εξαιτίας αυτής της επανάστασης.
Ή έκδοση της «Νέας Εφημερίδας του Ρήνου» το 1848 και 1849 και τα γεγονότα πού ακολούθησαν αργότερα διέκοψαν τις οικονομικές μου μελέτες, πού μπόρεσα να τις ξαναρχίσω μόνον το 1850 στο Λονδίνο, το τεράστιο ολικό για την ιστορία της πολιτικές οικονομίας πού είναι συσσωρευμένο στο Βρετανικό Μουσείο, ή ευνοϊκή σκοπιά πού προσφέρει το Λονδίνο για την παρατήρηση της αστικής κοινωνίας, τέλος το νέο στάδιο ανάπτυξης στο οποίο φαίνεται ότι έμπαινε ή κοινωνία αυτή με την ανακάλυψη του χρυσού της Καλιφόρνιας και της Αυστραλίας, με υποκίνησαν να ξαναρχίσω πάλι ολωσδιόλου από την αρχή -και να επεξεργαστώ κριτικά το έργο μου με το νέο ολικό. Οι μελέτες αυτές με οδήγησαν εν μέρει μόνες τους σε επίσημες φαινομενικά πολύ παράμερες, στις οποίες υποχρεώθηκα να σταθώ λιγότερο ή περισσότερο καιρό. Ιδιαίτερα όμως συντομεύτηκε ο χρόνος πού βρισκόταν στη διάθεση μου από την επιτακτική ανάγκη της βιοποριστικής εργασίας. Ή οχτάχρονη συνεργασία μου στην πρώτη αγγλοαμερικανική εφημερίδα «Βήμα της Νέας Υόρκης» μέ υποχρέωνε να κομματιάζω σε μεγάλο βαθμό τις μελέτες μου γιατί πολύ σπάνια ασχολούμαι με την καθαυτό δημοσιογραφική ανταπόκριση. Ωστόσο άρθρα για χτυπητά οικονομικά γεγονότα στην Αγγλία και στην ηπειρωτική Ευρώπη αποτελούσαν ένα τόσο σημαντικό τμήμα των συνεργασιών μου, πού αναγκαζόμουνα να γνωριστώ με πραχτικές λεπτομέρειες πού βρίσκονται έξω από τον τομέα της καθαυτό επιστήμης της πολιτικής οικονομίας.
Ή σκιαγράφηση αυτή για την πορεία των μελετών μου στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας, έχει σκοπό ν' αποδείξει μονάχα, ότι οι απόψεις μου, ανεξάρτητα από το πώς θα τις κρίνει κανείς και από το πόσο λίγο συμπίπτουν με τις συμφεροντολογικές προκαταλήψεις των κυρίαρχων τάξεων, είναι το αποτέλεσμα ευσυνείδητης και μακρόχρονης ερευνάς. Στην είσοδο όμως της επιστήμης, όπως και στην είσοδο της κόλασης, πρέπει να αναγραφεί το αίτημα:
«εδώ πρέπει να αφήσεις κάθε υποψία
κάθε ποταπότητα, εδώ πρέπει να πεθάνει»1
Λονδίνο Γενάρης, 1859
|